…είπα μέσα στην καρδιά μου. “Δεν υπάρχει καμιά άλλη σαν κι εσένα. Είσαι αδελφή του αίματός μου, είσαι το μοναδικό άστρο μου. Ο Θεός να σ’ ευλογεί που σε συνάντησα! Να ευλογεί τα θνητά σου μάτια, το θνητό σου σώμα, καθετί δικό σου!”
Με κλειστά μάτια ατένισα το άστρο που υπήρχε βαθιά μέσα στην ύπαρξή μου. Τα σύνορα του χώρου και το χρόνου μπερδεύονταν, ο σφυγμός μου αδυνάτιζε, τα μέλη μου άρχιζαν ν’ ανατριχιάζουν απ’ το κρύο.
Αλλά ο Θεός δεν είναι κρύο.
Το άστρο μέσα μου έλαμπε με μιαν απέραντη φλόγα. Μια φλογισμένη έκσταση με συνέπαιρνε με τους παλμούς των κυμάτων της.
Αλλά ο Θεός δεν είναι ζέστη.
Έλιωνα μέσα στο δυνατό φως, ήμουν η διαύγεια της διαύγειας, το φως του φωτός.
Αλλά ο Θεός δεν είναι φως.
Και ήρθε το σκοτάδι. Σκοτεινότερο από το γήινο σκοτάδι, ησυχότερο από κάθε ησυχία. Σπλαχνικότερο από τη συμπόνια.
Αλλά ο Θεός δεν είναι σκοτάδι.
Έπειτα, δεν υπήρχε ούτε πια κρύο ή ζέστη, φως ή σκοτάδι. Υπήρχε μόνο ανυπαρξία. Ο Θεός ήταν μέσα μου. Εγώ ήμουν μέσα στο Θεό.
Ο Θεός είναι.
Κρατούσα μια μικρή πέτρα στα χέρια μου. Όταν τα δάκτυλά μου χαλάρωσαν, έπεσε ανάμεσα στα γόνατά μου. Ο ήχος της πέτρας πάνω στην πέτρα με ξύπνησε. Μόνο όσο καιρό έκανε η πέτρα για να πέσει, κράτησε η άχρονη έκστασή μου. Όταν ο άνθρωπος γνωρίζει το Θεό, μια στιγμή είναι γι’ αυτόν το ίδιο πράγμα σαν ένα μερόνυχτο. Στην πραγματικότητα του Θεού δεν υπάρχει χρόνος.
Από το βιβλίο Johannes Angelos του Mika Waltari.









